Σε καιρούς πολέμου οι τόνοι ανεβαίνουν, τα πάθη οξύνονται και η βία μετατρέπεται σε καθημερινό φαινόμενο. Η ανθρώπινη ζωή χάνει σταδιακά την αξία της και η εκδίκηση βαφτίζεται συχνά δικαιοσύνη ή πατριωτισμός. Όμως ακόμη και μέσα σε αυτές τις ακραίες συνθήκες, πρέπει να διατηρείται ένας ελάχιστος σεβασμός προς θεσμούς που έχουν διαφορετική αποστολή, όπως είναι η Εκκλησία, οι χώροι λατρείας και οι λειτουργοί τους. Όταν η βία εισβάλλει ακόμη και στους ναούς, τότε δεν απειλούνται μόνο άνθρωποι, καταρρέει ένα από τα τελευταία ηθικά όρια κάθε κοινωνίας.
Η πρόσφατη δολοφονία στο Κίεβο του ορθόδοξου μοναχού Βαρσανούφιου που λειτουργούσε στη Λαύρα του Σβιατοχίρσκ αποτελεί ένα αποτρόπαιο έγκλημα, το οποίο δεν επιδέχεται ούτε δικαιολογίες ούτε συμψηφισμούς. Ένας άοπλος μοναχός εκτελέστηκε μέσα σε έναν χώρο λατρείας, ενώ άλλοι δύο άνθρωποι τραυματίστηκαν σοβαρά. Όποιοι κι αν είναι οι δράστες και όποιο κι αν αποδειχθεί το κίνητρό τους, πρόκειται για μια πράξη καθαρής βαρβαρότητας.
Οι πληροφορίες ότι οι επιτιθέμενοι φορούσαν στρατιωτικές στολές και ενήργησαν με φανατισμό πρέπει να διερευνηθούν πλήρως. Βέβαια μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα, η ευθύνη για τη συγκεκριμένη δολοφονία δεν μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα σε κάποια οργάνωση. Όμως την ίδια στιγμή, δεν μπορεί να αγνοηθεί το ευρύτερο κλίμα εκφοβισμού, μισαλλοδοξίας και θρησκευτικής στοχοποίησης που καλλιεργούν ακροδεξιές και νεοναζιστικές ομάδες στην Ουκρανία. Οι θιασώτες του Στεπάν Μπαντέρα αντιμετωπίζουν συχνά όποιον διαφωνεί μαζί τους ως εχθρό ή προδότη, δημιουργώντας ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η βία κατά ορθόδοξων κληρικών και πιστών κινδυνεύει να θεωρηθεί ανεκτή.
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται και η επιλεκτική ευαισθησία πολλών στη Δύση. Δεν μπορούμε να καταγγέλλουμε, ορθώς, τους Ταλιμπάν και τους τζιχαντιστές για τη βεβήλωση ιερών τόπων, τη δίωξη θρησκευτικών κοινοτήτων και την καλλιέργεια θρησκευτικού μίσους, αλλά την ίδια στιγμή να κλείνουμε τα μάτια όταν ορθόδοξοι κληρικοί στην Ουκρανία υφίστανται επιθέσεις, εξευτελισμούς και εκφοβισμό από ακραίους εθνικιστικούς κύκλους. Η θρησκευτική μισαλλοδοξία δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος τη διαπράττει ή με το αν ο δράστης βρίσκεται στη «σωστή» πλευρά μιας γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Η καταδίκη αυτής της εκτέλεσης δεν αποτελεί στήριξη προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Αποτελεί στοιχειώδη υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής και της θρησκευτικής ελευθερίας. Δεν μπορεί κανείς να καταγγέλλει τη βαρβαρότητα επιλεκτικά, ανάλογα με την εθνικότητα, τη θρησκευτική υπαγωγή ή τις πολιτικές πεποιθήσεις των θυμάτων και των δραστών. Όταν η σιωπή υπαγορεύεται από πολιτικές σκοπιμότητες, μετατρέπεται σε ανοχή και συνενοχή!
Η βάρβαρη δολοφονία του ορθόδοξου μοναχού μέσα στη Λαύρα καταδεικνύει αφενός, πού μπορεί να οδηγήσει το θρησκευτικό μίσος και αφετέρου, προσθέτει ακόμη ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της ανάγκης να τερματιστεί αυτός ο πόλεμος. Όσο συνεχίζεται, δεν καταστρέφει μόνο πόλεις και δεν αφαιρεί μόνο ανθρώπινες ζωές. Δηλητηριάζει ολόκληρες κοινωνίες, τροφοδοτεί τον εθνικισμό, ενισχύει τις πιο ακραίες δυνάμεις και μετατρέπει το μίσος σε καθημερινή πρακτική. Η ειρήνη δεν συνιστά υποχώρηση απέναντι στη βαρβαρότητα. Αντίθετα, αποτελεί τον μοναδικό δρόμο για να εκλείψουν οι συνθήκες που την τροφοδοτούν και της επιτρέπουν να εξαπλώνεται.
Ω.