Καλοκαίρι αβεβαιότητας για τα ταξίδια
Η ευρωπαϊκή αεροπορική βιομηχανία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας ενόψει της καλοκαιρινής σεζόν, καθώς η έλλειψη καυσίμων αεροσκαφών διαμορφώνει ένα σκηνικό πιέσεων που μπορεί να επηρεάσει τόσο τα δρομολόγια όσο και την κερδοφορία των εταιρειών.
Σύμφωνα με ανάλυση της JPMorgan, η Ευρώπη βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, δεδομένου ότι εισάγει πάνω από το 30% των αναγκών της σε jet fuel, με περίπου το 70% αυτών των εισαγωγών να προέρχεται από τη Μέση Ανατολή. Η συνεχιζόμενη διαταραχή στη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση, σε μια περίοδο που τα αποθέματα ήδη βρίσκονταν σε οριακά επίπεδα πριν από την κρίση.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα εμπορικά αποθέματα καυσίμων πριν την κρίση κάλυπταν λιγότερες από 40 ημέρες, ενώ σε ορισμένες χώρες δεν ξεπερνούσαν τις 20 ημέρες. Πρόκειται για επίπεδα που, αν διατηρηθούν, μπορούν να οδηγήσουν σε εκτεταμένες ελλείψεις. Σε ένα σενάριο όπου αναπληρώνεται μόνο το 50% των απωλειών από τη Μέση Ανατολή, τα αποθέματα αυτά ενδέχεται να εξαντληθούν ήδη από τον Ιούνιο. Ακόμη και σε πιο αισιόδοξο σενάριο με κάλυψη 75%, η πίεση μεταφέρεται στον Αύγουστο.
Σε επίπεδο αεροδρομίων, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με την εφοδιαστική αλυσίδα. Η ισπανική Aena και η γαλλική ADP εμφανίζονται πιο θωρακισμένες, καθώς εξαρτώνται από διυλιστήρια που τροφοδοτούνται με αργό πετρέλαιο από περιοχές εκτός Μέσης Ανατολής, όπως η Βόρεια Αμερική, η Αφρική και η Βραζιλία. Αντίστοιχα, το αεροδρόμιο της Ζυρίχης επωφελείται από στρατηγικά αποθέματα καυσίμων που καλύπτουν τουλάχιστον τρεις μήνες.
Στον αντίποδα, το αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης εμφανίζεται ιδιαίτερα εκτεθειμένο, καθώς διαθέτει μόλις μία εβδομάδα αποθεμάτων και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο δίκτυο αγωγών του ΝΑΤΟ, το οποίο ήδη αντιμετωπίζει πιέσεις λόγω στρατιωτικής χρήσης. Ακόμη πιο περιορισμένα είναι τα αποθέματα στα ελληνικά αεροδρόμια που διαχειρίζεται η Fraport, τα οποία φτάνουν περίπου στη μισή εβδομάδα.
Υψηλό ρίσκο καταγράφεται και για τα βρετανικά αεροδρόμια που ανήκουν στη Vinci, όπως το Gatwick και το Εδιμβούργο, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο καλύπτει περίπου το 60% των εισαγωγών καυσίμων από τη Μέση Ανατολή και διαθέτει περιορισμένη εγχώρια παραγωγή.
Οι ελλείψεις καυσίμων φέρνουν αλλαγές σε δρομολόγια και κέρδη
Για τις αεροπορικές εταιρείες, η εικόνα παραμένει ρευστή. Η επάρκεια καυσίμων θεωρείται εξασφαλισμένη μέχρι τα μέσα ή τα τέλη Μαΐου, ωστόσο από εκεί και πέρα η ορατότητα μειώνεται σημαντικά. Σε περίπτωση που οι ελλείψεις επιβεβαιωθούν, αναμένεται περιορισμός δρομολογίων από τον Ιούνιο, ξεκινώντας κυρίως από εσωτερικές και λιγότερο κερδοφόρες γραμμές.
Η JPMorgan υπολογίζει ότι μείωση της καλοκαιρινής χωρητικότητας κατά 1% μπορεί να οδηγήσει σε πτώση περίπου 2% στα ετήσια λειτουργικά κέρδη. Οι αεροπορικές εταιρείες με έντονη παρουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται στο επίκεντρο του κινδύνου, με τη Jet2 να εμφανίζει περίπου το 50% της δραστηριότητάς της εκεί, την easyJet πάνω από 30% και την IAG πάνω από 20%. Η Ryanair έχει ήδη προειδοποιήσει ότι υπάρχει πιθανότητα 10% έως 25% των αναγκών της σε καύσιμα να τεθούν σε κίνδυνο τους μήνες Μάιο και Ιούνιο.
Παρά τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ παραδοσιακών αερομεταφορέων και low cost εταιρειών, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το πραγματικό πλεονέκτημα θα καθοριστεί από την πρόσβαση σε ισχυρές εφοδιαστικές αλυσίδες και μεγάλα hubs. Οι εθνικοί αερομεταφορείς ενδέχεται να έχουν σχετικό πλεονέκτημα σε μεγάλα αεροδρόμια, αλλά δεν είναι απρόσβλητοι, ειδικά όσοι έχουν σημαντική έκθεση σε ασιατικές αγορές όπου ήδη εμφανίζονται τοπικές ελλείψεις.
Αντίθετα, ο τομέας των αερομεταφορών cargo εμφανίζεται πιο ανθεκτικός, καθώς μπορεί να μετακυλίσει το αυξημένο κόστος στους πελάτες μέσω επιβαρύνσεων καυσίμων και διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία στο δίκτυο.
Η κρίση καυσίμων, εφόσον παραταθεί, δεν αποτελεί απλώς επιχειρησιακή πρόκληση αλλά έναν κρίσιμο παράγοντα που μπορεί να αναδιαμορφώσει τη δυναμική της ευρωπαϊκής αεροπορικής αγοράς μέσα στο πιο κρίσιμο τρίμηνο του έτους.