Η ρωσική οικονομία εισέρχεται σε μία από τις πιο απαιτητικές περιόδους από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Παρά το γεγονός ότι η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει μια οικονομία αξίας περίπου 2,6 τρισ. δολαρίων, η ανάπτυξη επιβραδύνεται, οι δημοσιονομικές πιέσεις αυξάνονται και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να χτυπήσουν τη σημαντικότερη πηγή εσόδων της Μόσχας: τις εξαγωγές ενέργειας.
Η νέα αμερικανική νομοθετική πρωτοβουλία προβλέπει την επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε χώρες που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ουράνιο. Στόχος είναι να καταστεί οικονομικά ασύμφορη η συνεργασία με τη Ρωσία, μέσω υψηλών δασμών στις εισαγωγές από κράτη που εξακολουθούν να συναλλάσσονται ενεργειακά με τη Μόσχα.
Εφόσον εφαρμοστεί σε ευρεία κλίμακα, το μέτρο θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τα ενεργειακά έσοδα της Ρωσίας, τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας της, αποφέροντας περίπου 734 εκατ. ευρώ ημερησίως.
Η ανάπτυξη επιβραδύνεται
Μετά την αρχική ύφεση του 2022, όταν επιβλήθηκαν οι πρώτες δυτικές κυρώσεις, η ρωσική οικονομία κατάφερε να ανακάμψει το 2023, καταγράφοντας ανάπτυξη 4,1%, κυρίως λόγω της ανακατεύθυνσης των εξαγωγών προς την Ασία και της εκρηκτικής αύξησης των στρατιωτικών δαπανών.
Η εικόνα όμως έχει αλλάξει.
Η ανάπτυξη υποχώρησε περίπου στο 1% το 2025, ενώ για το 2026 οι προβλέψεις συγκλίνουν σε μόλις 0,4%, γεγονός που δείχνει ότι η δυναμική της πολεμικής οικονομίας εξασθενεί.
Η πτώση των ενεργειακών εσόδων, το αυξημένο κόστος του πολέμου και οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις περιορίζουν πλέον σημαντικά τις δυνατότητες της οικονομίας.
Ο πόλεμος γίνεται ολοένα ακριβότερος
Το μεγαλύτερο βάρος εξακολουθεί να αποτελεί η χρηματοδότηση του πολέμου.
Η Ρωσία δαπανούσε περίπου 47 δισ. δολάρια ετησίως για την άμυνα την περίοδο 2019-2021. Στον προϋπολογισμό του 2026, οι αμυντικές δαπάνες έχουν εκτιναχθεί στα 158,5 δισ. δολάρια, υπερτριπλάσιες σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Σύμφωνα με διαθέσιμες εκτιμήσεις, το συνολικό οικονομικό κόστος της σύγκρουσης ξεπερνά πλέον τα 2,5 τρισ. δολάρια, ενώ οι στρατιωτικές ανάγκες συνεχίζουν να αυξάνονται, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά.
Το πετρέλαιο παραμένει το μεγάλο «σωσίβιο»
Η προσωρινή άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή πρόσφερε μια σημαντική ανάσα στη Μόσχα.
Το Brent έφθασε κοντά στα 120 δολάρια ανά βαρέλι, αυξάνοντας τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου, την ώρα που ορισμένοι περιορισμοί στις εξαγωγές ρωσικού αργού χαλάρωσαν προσωρινά.
Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα.
Η αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή έχει αναστείλει ενεργειακά έργα στα οποία συμμετείχαν ρωσικές εταιρείες, ενώ έχει επιβραδύνει και τον σχεδιασμό νέων εμπορικών διαδρόμων που θα συνέδεαν τη Ρωσία με την Ινδία μέσω του Ιράν.
Ελλείψεις προσωπικού και υψηλός πληθωρισμός
Η οικονομία αντιμετωπίζει ταυτόχρονα σοβαρό πρόβλημα στην αγορά εργασίας.
Οι απώλειες στο μέτωπο, η αυξημένη ζήτηση προσωπικού από την αμυντική βιομηχανία και η φυγή εκατοντάδων χιλιάδων Ρώσων υψηλής εξειδίκευσης στο εξωτερικό έχουν περιορίσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού.
Το αποτέλεσμα είναι έντονες πιέσεις στους μισθούς, αλλά και δυσκολίες για τις επιχειρήσεις εκτός του αμυντικού τομέα.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός, διαμορφούμενος περίπου στο 6%, ενώ στις υπηρεσίες ξεπερνά το 10%. Οι τιμές βασικών αγαθών συνεχίζουν να αυξάνονται, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η μη στρατιωτική οικονομία πιέζεται
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των κλάδων της οικονομίας.
Οι επιχειρήσεις που συνδέονται με την άμυνα συνεχίζουν να λειτουργούν σε υψηλούς ρυθμούς, όμως μεγάλο μέρος της μη στρατιωτικής βιομηχανίας εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης.
Οι εταιρείες καλούνται να λειτουργήσουν με υψηλό κόστος χρηματοδότησης, αυξημένους μισθούς λόγω έλλειψης προσωπικού και περιορισμένη καταναλωτική ζήτηση.
Παράλληλα, το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, παρά τις πρόσφατες μειώσεις, παραμένει στο 14,25%, διατηρώντας το κόστος δανεισμού σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα των κυρώσεων
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν πλέον να μεταφέρουν την πίεση από τις άμεσες κυρώσεις στις λεγόμενες δευτερογενείς κυρώσεις, δηλαδή σε τρίτες χώρες και επιχειρήσεις που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικά ενεργειακά προϊόντα.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στάση μεγάλων αγοραστών, όπως η Κίνα και η Ινδία, αλλά και από την προθυμία άλλων χωρών να προσαρμοστούν στο νέο πλαίσιο.
Εάν οι περιορισμοί εφαρμοστούν αυστηρά, η Ρωσία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με ακόμη μεγαλύτερη πίεση στα δημόσια έσοδά της, σε μια περίοδο κατά την οποία οι στρατιωτικές δαπάνες συνεχίζουν να αυξάνονται.
MoneyMatters Insight
Η ρωσική οικονομία δεν βρίσκεται σε κατάρρευση, αλλά εισέρχεται σε μια περίοδο αυξανόμενων πιέσεων. Η πολεμική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζει την ανάπτυξη, όμως απορροφά ολοένα και περισσότερους πόρους, περιορίζοντας την παραγωγική δυναμική των υπόλοιπων κλάδων. Αν οι νέες αμερικανικές δευτερογενείς κυρώσεις μειώσουν ουσιαστικά τις ενεργειακές εξαγωγές της Ρωσίας, η Μόσχα θα βρεθεί μπροστά σε δύσκολες δημοσιονομικές αποφάσεις, καθώς θα πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ της χρηματοδότησης του πολέμου και της διατήρησης της οικονομικής σταθερότητας.
The post Η οικονομία της Ρωσίας πιέζεται από τον πόλεμο – Κυρώσεις, ακριβός δανεισμός και η μάχη για τα έσοδα από την ενέργεια appeared first on moneymatters.cy.