Σε μια από τις σημαντικότερες δημόσιες παρεμβάσεις του μετά την ολοκλήρωση της θητείας του στην Προεδρία της Δημοκρατίας, ο Νίκος Αναστασιάδης επιχείρησε να αποδομήσει τα συμπεράσματα του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς, απορρίπτοντας τις αναφορές που τον αφορούν και ζητώντας τον διορισμό ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή και κατηγόρου για πλήρη διερεύνηση όλων των υποθέσεων.
- Η έρευνα των €1,5 εκατ. και το ερώτημα των αποτελεσμάτων
- Η αντιπαράθεση με το «Κράτος Μαφία»
- Focus, Ριμπολόβλεφ και πολιτογραφήσεις στο επίκεντρο
- Η μεγάλη ένσταση: Δεν κλήθηκα να απαντήσω
- «Άλλο το ισοζύγιο πιθανοτήτων και άλλο η ποινική απόδειξη»
- Η αναφορά στα «λαϊκά δικαστήρια»
- Το αίτημα για ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή
- Strategist View
Η παρέμβασή του πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος, το οποίο προκάλεσε έντονο πολιτικό και κοινωνικό διάλογο, με επίκεντρο ζητήματα που αφορούν την περίοδο της διακυβέρνησής του, τις πολιτογραφήσεις επενδυτών, την υπόθεση Focus, τις αναφορές για τον Ρώσο επιχειρηματία Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ και ευρύτερα τις καταγγελίες που διατυπώθηκαν τα τελευταία χρόνια γύρω από το βιβλίο «Κράτος Μαφία».
Ο τέως Πρόεδρος υποστήριξε ότι η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε το πόρισμα δημιούργησε λανθασμένες εντυπώσεις για το περιεχόμενό του, ενώ έκανε λόγο για συμπεράσματα που, κατά την άποψή του, δεν στηρίζονται επαρκώς στα πραγματικά δεδομένα της έρευνας.
Η έρευνα των €1,5 εκατ. και το ερώτημα των αποτελεσμάτων
Ένα από τα βασικά σημεία της τοποθέτησής του αφορούσε την ίδια την έκταση της έρευνας που πραγματοποιήθηκε από την Αρχή κατά της Διαφθοράς.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η διαδικασία διήρκεσε περίπου δυόμισι χρόνια, εξετάστηκαν περίπου 150 μάρτυρες, συλλέχθηκαν 793 τεκμήρια και ζητήθηκαν στοιχεία από 41 κρατικούς οργανισμούς, υπηρεσίες και ιδιωτικούς φορείς. Το συνολικό κόστος της έρευνας, όπως είπε, προσέγγισε το €1,5 εκατομμύριο.
Ο κ. Αναστασιάδης υποστήριξε ότι το εύρος της έρευνας αποδεικνύει τη σοβαρότητα της διαδικασίας, ωστόσο θεωρεί ότι τα τελικά συμπεράσματα δεν ανταποκρίνονται στο μέγεθος των καταγγελιών που είχαν διατυπωθεί δημόσια τα προηγούμενα χρόνια.
Κατά την άποψή του, η συντριπτική πλειονότητα των ισχυρισμών που παρουσιάστηκαν κατά καιρούς ως δεδομένα δεν τεκμηριώθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας, γεγονός που – όπως είπε – δεν αποτυπώθηκε με την ίδια ένταση στον δημόσιο διάλογο.
Η αντιπαράθεση με το «Κράτος Μαφία»
Κεντρική θέση στη διάσκεψη κατείχε και η αντιπαράθεση με τον δημοσιογράφο Μακάριο Δρουσιώτη και το βιβλίο «Κράτος Μαφία».
Ο τέως Πρόεδρος επανέλαβε ότι θεωρεί το βιβλίο προϊόν μυθοπλασίας και πολιτικής στοχοποίησης, υποστηρίζοντας ότι πολλές από τις αναφορές που περιλαμβάνονται σε αυτό δεν επιβεβαιώθηκαν από την πολυετή έρευνα της Αρχής.
Κατά τον ίδιο, η δημόσια εικόνα που διαμορφώθηκε γύρω από το πρόσωπό του τα τελευταία χρόνια επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από ισχυρισμούς που δεν αποδείχθηκαν, ενώ επέκρινε όσους, όπως ανέφερε, προχώρησαν σε δημόσια καταδίκη πριν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες διερεύνησης.
Η αναφορά αυτή είχε ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς ο τέως Πρόεδρος επιχείρησε να συνδέσει την υπόθεση όχι μόνο με τα ευρήματα του πορίσματος αλλά και με το συνολικό πολιτικό κλίμα που διαμορφώθηκε γύρω από τη διακυβέρνησή του μετά το τέλος της θητείας του.
Focus, Ριμπολόβλεφ και πολιτογραφήσεις στο επίκεντρο
Σημαντικό μέρος της παρέμβασής του αφιερώθηκε στις υποθέσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο διερεύνησης.
Για την υπόθεση του Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ, ο κ. Αναστασιάδης υποστήριξε ότι η Αρχή κατέληξε σε συμπεράσματα βασιζόμενη σε ερμηνείες γεγονότων και σε συγκεκριμένες επικοινωνίες, χωρίς να υπάρχουν – όπως είπε – επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να στοιχειοθετούν τα συμπεράσματα περί εμπορίας επηρεασμού.
Αναφερόμενος στην υπόθεση Focus Maritime, σημείωσε ότι το ζήτημα είχε εξεταστεί επανειλημμένα από τις αρμόδιες αρχές κατά το παρελθόν χωρίς να προκύψουν ποινικές ευθύνες και διερωτήθηκε γιατί επανέρχεται σήμερα στη δημόσια συζήτηση με τρόπο που δημιουργεί, κατά την άποψή του, λανθασμένες εντυπώσεις.
Όσον αφορά τις πολιτογραφήσεις, ο τέως Πρόεδρος υποστήριξε ότι σε αρκετές περιπτώσεις του αποδίδεται επιρροή σε αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονταν από θεσμικά όργανα και συλλογικά κυβερνητικά σώματα, υποστηρίζοντας ότι ορισμένα συμπεράσματα του πορίσματος δεν αντανακλούν τον πραγματικό τρόπο λειτουργίας των θεσμών και των διαδικασιών λήψης αποφάσεων.
Η μεγάλη ένσταση: Δεν κλήθηκα να απαντήσω
Ένα από τα σοβαρότερα σημεία της κριτικής του αφορούσε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Αρχή κατά της Διαφθοράς.
Ο Νίκος Αναστασιάδης υποστήριξε ότι σε σειρά περιπτώσεων κατέστη αντικείμενο ευρημάτων ή εισηγήσεων χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα να απαντήσει προηγουμένως σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εναντίον του.
Κατά την άποψή του, η πρακτική αυτή δημιουργεί σοβαρά ζητήματα διαδικαστικής δικαιοσύνης και εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο τηρήθηκαν πλήρως οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος ακρόασης.
Μάλιστα, σημείωσε ότι δεν αμφισβητεί τα κίνητρα των λειτουργών της Αρχής, ωστόσο θεωρεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν επέδειξαν την απαιτούμενη αποφασιστικότητα ώστε να παραμείνουν ανεπηρέαστοι από το κλίμα που είχε διαμορφωθεί στη δημόσια σφαίρα.
«Άλλο το ισοζύγιο πιθανοτήτων και άλλο η ποινική απόδειξη»
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο τέως Πρόεδρος και στο νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτούργησε η Αρχή.
Όπως ανέφερε, τα συμπεράσματα της έρευνας βασίζονται στο λεγόμενο «ισοζύγιο πιθανοτήτων», το οποίο αποτελεί διαφορετικό πρότυπο αξιολόγησης από εκείνο που απαιτείται σε μια ποινική διαδικασία.
Κατά τον ίδιο, η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε δημιούργησε την εντύπωση ότι τα ευρήματα ισοδυναμούν με απόδειξη ενοχής, ενώ η ίδια η Αρχή αναγνωρίζει ότι μόνο τα δικαστήρια έχουν την αρμοδιότητα να αποφασίσουν εάν στοιχειοθετείται ή όχι ποινικό αδίκημα.
Με αυτό τον τρόπο επιχείρησε να διαχωρίσει τα διοικητικά ή ερευνητικά συμπεράσματα από την έννοια της ποινικής ευθύνης, υποστηρίζοντας ότι τα δύο δεν μπορούν να ταυτίζονται.
Η αναφορά στα «λαϊκά δικαστήρια»
Ο Νίκος Αναστασιάδης έκανε επανειλημμένα αναφορά στο κλίμα που, κατά την άποψή του, διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια γύρω από το πρόσωπό του.
Υποστήριξε ότι πριν ακόμη ολοκληρωθεί η έρευνα είχαν ήδη δημιουργηθεί συνθήκες δημόσιας προκαταδίκης, κάνοντας λόγο για «λαϊκά δικαστήρια» που προχώρησαν σε συμπεράσματα χωρίς να έχουν εξεταστεί όλα τα στοιχεία.
Κατά τον ίδιο, το ζήτημα δεν αφορά μόνο το δικό του πρόσωπο αλλά τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών σε ένα δημοκρατικό κράτος, όπου η δημόσια πίεση δεν θα πρέπει να επηρεάζει ούτε τις ερευνητικές διαδικασίες ούτε την απονομή δικαιοσύνης.
Το αίτημα για ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή
Το σημαντικότερο ίσως μήνυμα της διάσκεψης ήταν η πρότασή του για διορισμό ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή και κατηγόρου.
Ο τέως Πρόεδρος υποστήριξε ότι εφόσον υπάρχουν πραγματικά στοιχεία που στοιχειοθετούν ποινικά αδικήματα, αυτά θα πρέπει να εξεταστούν μέσα από μια πλήρη ποινική διαδικασία με όλα τα εργαλεία που διαθέτει η Δικαιοσύνη.
Αντίθετα, εάν μια τέτοια διερεύνηση δεν καταλήξει σε στοιχειοθέτηση αδικημάτων, τότε – όπως είπε – θα πρέπει να τερματιστεί οριστικά η δημόσια αμφισβήτηση και η πολιτική εκμετάλλευση των συγκεκριμένων υποθέσεων.
Η θέση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αντί να ζητήσει απλώς την απόρριψη του πορίσματος, κάλεσε ο ίδιος για ακόμη βαθύτερη και αυστηρότερη διερεύνηση.
Strategist View
Η παρέμβαση Αναστασιάδη αποτελεί πολύ περισσότερα από μια απλή απάντηση σε ένα πόρισμα. Συνιστά μια συνολική αμφισβήτηση της διαδικασίας, της μεθοδολογίας και των συμπερασμάτων της Αρχής κατά της Διαφθοράς, ενώ ταυτόχρονα μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης στο πεδίο της θεσμικής και ποινικής αξιολόγησης. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να είναι καθοριστικό, καθώς οι αποφάσεις των αρμόδιων αρχών θα κρίνουν εάν τα ευρήματα του πορίσματος θα οδηγήσουν σε περαιτέρω νομικές εξελίξεις ή αν η υπόθεση θα παραμείνει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και δημόσιου διαλόγου.