Η μεγαλύτερη διαταραχή στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου δεν προκάλεσε τελικά την ενεργειακή κρίση που πολλοί φοβούνταν. Παρά την απώλεια άνω του 1 δισ. βαρελιών εφοδιασμού κατά τη διάρκεια της τετράμηνης σύγκρουσης με το Ιράν, η παγκόσμια οικονομία κατάφερε να απορροφήσει το σοκ χωρίς να οδηγηθεί σε εκτεταμένες ελλείψεις καυσίμων ή σε ανεξέλεγκτη εκτίναξη των τιμών.
Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, η ανθεκτικότητα αυτή είχε σημαντικό κόστος. Η αγορά στηρίχθηκε σε πρωτοφανή χρήση στρατηγικών αποθεμάτων, τα οποία πλέον έχουν μειωθεί αισθητά, αφήνοντας την παγκόσμια οικονομία περισσότερο εκτεθειμένη απέναντι σε μια νέα γεωπολιτική κρίση.
Η μεγαλύτερη ενεργειακή διαταραχή που έχει καταγραφεί
Η σύγκρουση που ξέσπασε μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν προκάλεσε σοβαρούς περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Στο αποκορύφωμα της κρίσης, η παγκόσμια αγορά έχασε περίπου 14 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), ενώ το Brent εκτινάχθηκε κοντά στα 126 δολάρια ανά βαρέλι.
Παρόλα αυτά, οι ελλείψεις καυσίμων που πολλοί προέβλεπαν δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Σήμερα, οι τιμές του Brent βρίσκονται χαμηλότερα ακόμη και από τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Γιατί άντεξε η αγορά
Σύμφωνα με τους αναλυτές, τρεις βασικοί παράγοντες απέτρεψαν την ενεργειακή κρίση.
Ο πρώτος ήταν η δυνατότητα χωρών όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να αξιοποιήσουν εναλλακτικές διαδρομές για τις εξαγωγές πετρελαίου.
Ο δεύτερος ήταν η σημαντική μείωση της ζήτησης από την Κίνα, η οποία αξιοποίησε τα μεγάλα στρατηγικά της αποθέματα και περιόρισε τις εισαγωγές της.
Ο τρίτος και σημαντικότερος παράγοντας ήταν η μαζική αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου από πολλές χώρες.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Reuters, περίπου 1 δισεκατομμύριο βαρέλια αντλήθηκαν από στρατηγικά αποθέματα παγκοσμίως, ενώ μόνο μέσω του συντονισμένου μηχανισμού του IEA διατέθηκαν περίπου 400 εκατομμύρια βαρέλια, στη μεγαλύτερη παρέμβαση που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ.
Ο ρόλος της Κίνας
Ιδιαίτερα σημαντικός αποδείχθηκε και ο ρόλος της Κίνας.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, η χώρα διέθετε στρατηγικά αποθέματα περίπου 1,4 δισ. βαρελιών, περισσότερα ακόμη και από τα συνολικά αποθέματα των 32 χωρών-μελών του IEA, τα οποία ανέρχονταν σε περίπου 1,2 δισ. βαρέλια.
Παράλληλα, η αυξημένη χρήση ηλεκτρικών οχημάτων και η μεγαλύτερη ευελιξία των κινεζικών διυλιστηρίων περιόρισαν περαιτέρω την πίεση στη διεθνή αγορά.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι κινήσεις της Κίνας συνέβαλαν καθοριστικά στη σταθεροποίηση των τιμών και στην αποφυγή μιας ακόμη μεγαλύτερης ενεργειακής κρίσης.
Το μεγάλο πρόβλημα τώρα είναι τα αποθέματα
Παρότι η αγορά δείχνει να έχει επιστρέψει σε συνθήκες σχετικής κανονικότητας μετά την προσωρινή συμφωνία εκεχειρίας, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η εικόνα είναι πιο εύθραυστη απ’ όσο δείχνουν οι τιμές.
Τα στρατηγικά αποθέματα που χρησιμοποιήθηκαν για να στηρίξουν την αγορά πρέπει πλέον να αναπληρωθούν, μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο αλλά και σημαντικούς οικονομικούς πόρους.
Με τις σημερινές τιμές του Brent, υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν περισσότερα από 70 δισ. δολάρια μόνο για την αναπλήρωση των αποθεμάτων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, η αγορά θα διαθέτει μικρότερο “μαξιλάρι ασφαλείας” απέναντι σε μια νέα διαταραχή της προσφοράς.
Η αβεβαιότητα παραμένει
Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική αβεβαιότητα δεν έχει εξαφανιστεί.
Η 60ήμερη εκεχειρία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης πλησιάζει προς το τέλος της, ενώ οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν εξακολουθούν να κινούνται με αργούς ρυθμούς.
Παράλληλα, οι ζημιές που υπέστησαν ενεργειακές εγκαταστάσεις σε χώρες του Κόλπου εκτιμάται ότι θα χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθούν πλήρως.
Αναλυτές προειδοποιούν επίσης ότι οποιαδήποτε νέα ένταση στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη αναστάτωση σε σχέση με εκείνη που καταγράφηκε φέτος, καθώς η αγορά δεν διαθέτει πλέον τα ίδια επίπεδα αποθεμάτων ασφαλείας.
Κάθε 5 δολάρια κοστίζουν 190 δισ. δολάρια
Το μέγεθος της εξάρτησης της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο παραμένει τεράστιο.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, με παγκόσμια κατανάλωση περίπου 104 εκατ. βαρέλια ημερησίως, κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά μόλις 5 δολάρια ανά βαρέλι μεταφράζεται σε πρόσθετο ετήσιο κόστος περίπου 190 δισ. δολαρίων για την παγκόσμια οικονομία.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη αναθεωρήσει ανοδικά τις προβλέψεις της για τις τιμές του πετρελαίου, εκτιμώντας ότι την περίοδο 2027-2028 το Brent θα κινηθεί μεταξύ 65 και 75 δολαρίων ανά βαρέλι, υψηλότερα από τις προηγούμενες προβλέψεις.
MoneyMatters Insight
Η αγορά απέδειξε ότι διαθέτει σήμερα πολύ μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις ενεργειακές κρίσεις σε σχέση με το παρελθόν. Η καλύτερη διαχείριση των αποθεμάτων, η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας και η μειωμένη εξάρτηση πολλών οικονομιών από το πετρέλαιο απέτρεψαν μια νέα πετρελαϊκή κρίση αντίστοιχη εκείνης της δεκαετίας του 1970. Ωστόσο, αυτή η ανθεκτικότητα στηρίχθηκε στην κατανάλωση των στρατηγικών αποθεμάτων ασφαλείας. Αν η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή αναζωπυρωθεί πριν αυτά αναπληρωθούν, οι αγορές ενδέχεται να αντιδράσουν πολύ πιο έντονα. Το πετρέλαιο μπορεί να επέστρεψε σε συνθήκες σχετικής κανονικότητας, όμως το περιθώριο ασφαλείας της παγκόσμιας οικονομίας είναι σήμερα αισθητά μικρότερο από ό,τι πριν από τον πόλεμο.
The post Reuters: Οι αγορές άντεξαν το σοκ του πετρελαίου, αλλά τα δύσκολα ίσως έρχονται τώρα appeared first on moneymatters.cy.