Η JPMorgan Chase, η Bank of America και άλλοι τραπεζικοί κολοσσοί εξετάζουν την εξαγορά δικτύου πληρωμών της Fiserv, σε μια κίνηση που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει την αγορά των χρεωστικών καρτών και να αυξήσει τα έσοδά τους.
Οι μεγαλύτερες τράπεζες των Ηνωμένων Πολιτειών εξετάζουν μια κίνηση που, αν τελικά προχωρήσει, μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες στην αγορά των ηλεκτρονικών πληρωμών. Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, κορυφαία χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων η JPMorgan Chase, η Bank of America, η Wells Fargo και η PNC Financial Services Group, πραγματοποίησαν διερευνητικές επαφές για την πιθανή εξαγορά δικτύου πληρωμών της Fiserv.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο μια ακόμη εξαγορά στον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Στην πραγματικότητα, οι τράπεζες επιδιώκουν να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στις συναλλαγές με χρεωστικές κάρτες, περιορίζοντας την εξάρτησή τους από τρίτα δίκτυα και ενισχύοντας τα περιθώρια κερδοφορίας τους.
Γιατί ενδιαφέρονται οι τράπεζες
Το ενδιαφέρον των τραπεζών ενισχύθηκε μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς της Discover Financial από την Capital One, αξίας 50,6 δισ. δολαρίων.
Μέσω αυτής της συμφωνίας, η Capital One απέκτησε και το ιδιόκτητο δίκτυο πληρωμών της Discover, αποκτώντας μεγαλύτερο έλεγχο στη διαδικασία εκκαθάρισης των συναλλαγών και περιορίζοντας την ανάγκη χρήσης εξωτερικών παρόχων.
Η εξέλιξη αυτή φαίνεται πως λειτούργησε ως παράδειγμα για ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο, καθώς η κατοχή ενός δικτύου πληρωμών προσφέρει όχι μόνο επιχειρησιακά πλεονεκτήματα αλλά και σημαντικά ρυθμιστικά οφέλη.
Το «παράθυρο» στη νομοθεσία
Το βασικό κίνητρο πίσω από τις συζητήσεις συνδέεται με την περίφημη τροπολογία Durbin, η οποία ενσωματώθηκε στον νόμο Dodd-Frank το 2010.
Η συγκεκριμένη διάταξη επιβάλλει ανώτατο όριο στις προμήθειες (interchange fees) που μπορούν να εισπράττουν οι μεγάλες τράπεζες από τις συναλλαγές με χρεωστικές κάρτες όταν αυτές πραγματοποιούνται μέσω εξωτερικών δικτύων πληρωμών.
Ωστόσο, όταν μια τράπεζα είναι ιδιοκτήτης του ίδιου του δικτύου μέσω του οποίου ολοκληρώνεται η συναλλαγή, μπορεί να λειτουργεί με διαφορετικό καθεστώς, αποκτώντας μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση των χρεώσεων.
Για τις τράπεζες, αυτό μεταφράζεται σε μια σημαντική ευκαιρία ενίσχυσης των εσόδων τους σε μια αγορά όπου οι προμήθειες αποφέρουν κάθε χρόνο δισεκατομμύρια δολάρια.
Στο στόχαστρο η Fiserv
Η Fiserv αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παρόχους τεχνολογίας πληρωμών στις Ηνωμένες Πολιτείες και διαχειρίζεται δύο σημαντικά δίκτυα χρεωστικών καρτών, τα STAR και Accel.
Παρά τη στρατηγική της θέση στην αγορά, η εταιρεία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένες πιέσεις. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η μετοχή της έχει υποχωρήσει περίπου 70% σε σχέση με τα επίπεδα που βρισκόταν πριν από έναν χρόνο, γεγονός που έχει ενισχύσει τα σενάρια για πιθανές επιχειρηματικές εξελίξεις.
Παρόλα αυτά, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία συμφωνία, ενώ αρκετές από τις τράπεζες που συμμετείχαν στις αρχικές συζητήσεις εμφανίζονται πλέον πιο επιφυλακτικές ως προς την πιθανότητα ολοκλήρωσης μιας εξαγοράς.
Οι πολιτικές και ρυθμιστικές δυσκολίες
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι ο πιθανός έλεγχος από τις αμερικανικές αρχές ανταγωνισμού και το Κογκρέσο.
Στελέχη του τραπεζικού κλάδου εκτιμούν ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες πολιτικές αντιδράσεις, καθώς θα έδινε ακόμη μεγαλύτερη ισχύ στις ήδη κυρίαρχες αμερικανικές τράπεζες στον χώρο των πληρωμών.
Παράλληλα, οργανώσεις εμπόρων υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε προσπάθεια παράκαμψης των περιορισμών στις προμήθειες θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος για τις επιχειρήσεις και, τελικά, για τους καταναλωτές.
Η μάχη για τα έσοδα των πληρωμών
Οι προμήθειες interchange αποτελούν μία από τις σημαντικότερες πηγές εσόδων για τις τράπεζες που εκδίδουν κάρτες.
Οι ίδιες υποστηρίζουν ότι τα συγκεκριμένα έσοδα χρηματοδοτούν υπηρεσίες όπως δωρεάν τραπεζικοί λογαριασμοί, προγράμματα επιβράβευσης και επενδύσεις στην ασφάλεια των συναλλαγών.
Από την άλλη πλευρά, οι έμποροι θεωρούν ότι το πλαφόν στις προμήθειες έχει περιορίσει το λειτουργικό τους κόστος και συνέβαλε στη συγκράτηση των τιμών για τους καταναλωτές.
Η αντιπαράθεση αυτή βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο της αμερικανικής αγοράς πληρωμών και οποιαδήποτε αλλαγή στο ισχύον πλαίσιο αναμένεται να προκαλέσει νέο κύκλο πολιτικών και επιχειρηματικών συγκρούσεων.
Το νέο τοπίο στις ηλεκτρονικές πληρωμές
Οι διερευνητικές επαφές πραγματοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά πληρωμών μετασχηματίζεται με ταχύτατους ρυθμούς. Η ανάπτυξη των fintech, η αυξανόμενη χρήση ψηφιακών πορτοφολιών, οι επενδύσεις στις υποδομές πληρωμών και η ευρύτερη στροφή προς τα ψηφιακά μέσα συναλλαγών εντείνουν τον ανταγωνισμό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι μεγάλες τράπεζες αναζητούν νέους τρόπους να προστατεύσουν τα έσοδά τους και να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο σε ένα οικοσύστημα που αλλάζει διαρκώς.
MoneyMatters Insight
Οι συζητήσεις γύρω από τη Fiserv δείχνουν ότι η πραγματική μάχη στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες δεν αφορά πλέον μόνο τις τράπεζες ή τις fintech, αλλά τις ίδιες τις υποδομές των πληρωμών. Όποιος ελέγχει το δίκτυο μέσω του οποίου κινούνται τα χρήματα αποκτά ισχυρότερο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους και πιο άμεση σχέση με εμπόρους και καταναλωτές. Γι’ αυτό και οι επόμενες μεγάλες συμφωνίες στον τραπεζικό κλάδο ενδέχεται να αφορούν λιγότερο τις παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες και περισσότερο την τεχνολογία που βρίσκεται πίσω από κάθε ηλεκτρονική συναλλαγή.
The post WSJ: JPMorgan και Bank of America εξετάζουν εξαγορά που ανατρέπει την αγορά πληρωμών appeared first on moneymatters.cy.